Επηρεάζει η μετάγγιση την επιτυχία της αρθροπλαστικής ισχίου;

Επηρεάζει η μετάγγιση την επιτυχία της αρθροπλαστικής ισχίου;

Η αρθροπλαστική ισχύος και οι παρενέργειες που μπορεί να προκληθούν από τη μετάγγιση

Οι ασθενείς που υποβάλλονται σε ολική αρθροπλαστική ισχίου έχουν καλύτερα αποτελέσματα, όταν δεν παρίσταται ανάγκη να μεταγγίζεται αλλογενές αίμα. Η διαχείριση του αίματος των ασθενών πριν και κατά τη διάρκεια της επέμβασης, μέσω της εφαρμογής διαφόρων θεραπευτικών προσεγγίσεων, όπως η προεγχειρητική αξιολόγηση, το είδος της αναισθησίας, η χειρουργική τεχνική, αποδεδειγμένα βελτιώνει την έκβαση της επέμβασης και την πορεία του ασθενή.

Όπως μας εξηγεί ο Ορθοπαιδικός – Χειρουργός Dr Δημήτρης Τριανταφυλλόπουλος, η ολική αρθροπλαστική ισχίου αλλά και γόνατος είναι επεμβάσεις που σχετίζονται με ουσιαστική απώλεια αίματος και κατατάσσονται μεταξύ των 10 κορυφαίων χειρουργικών επεμβάσεων για τη μεγαλύτερη συχνότητα μετάγγισης. Οι νέες τεχνικές προσπέλασης (προσέγγισης) της άρθρωσης έχουν βελτιωθεί και την περιορίζουν σημαντικά. Για ορισμένους ανθρώπους, όμως, ακόμα κι η μικρότερη απώλεια αποτελεί πρόβλημα. Ευτυχώς, οι εξελίξεις που έχουν σημειωθεί στις τεχνικές διαχείρισης του αίματος δίνουν πλέον τη δυνατότητα πραγματοποίησης της επέμβασης χωρίς να παραστεί ανάγκη μετάγγισης, η οποία, όπως είναι γνωστό, ενέχει σοβαρούς κινδύνους. «Μια μετάγγιση μπορεί να γίνει αιτία παρενεργειών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η οξεία πνευμονική βλάβη, η αιμολυτική αντίδραση, η αναφυλαξία και η μετεγχειρητική λοίμωξη, οι οποίες θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή του ασθενή, και δευτερευόντως έχουν κοινωνικές και επαγγελματικές επιπτώσεις και αυξάνουν το κόστος της επέμβασης», τονίζει.

Η προεγχειρητική αναιμία, ακόμη και η ήπια, είναι η κύρια αιτία κινδύνου για μετεγχειρητική ανάγκη μετάγγισης αίματος. Αποτελεί ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου θανάτου και άλλων ανεπιθύμητων ενεργειών, ενώ παράλληλα μπορεί να εμποδίσει την αποκατάσταση της λειτουργικής ικανότητας. Είναι δε συχνή σε ασθενείς που υποβάλλονται σε ορθοπεδικές επεμβάσεις, αφού ο επιπολασμός της κυμαίνεται από 5% έως 75%. Επομένως, ο έλεγχός της θα πρέπει να αξιολογείται τουλάχιστον 30 ημέρες πριν από την εγχείρηση, ώστε να υπάρχει το χρονικό περιθώριο να γίνουν οι κατάλληλες διορθωτικές παρεμβάσεις. Παράλληλα με τις αιματολογικές εξετάσεις είναι απαραίτητο να αναζητείται και η αιτία που προκαλεί το πρόβλημα.

Η διόρθωση της αναιμίας μειώνει την ανάγκη για εκτεταμένη μεταγχειρητική ιατρική φροντίδα καθώς και τον χρόνο αποθεραπείας. Οι μελέτες που συγκλίνουν σε αυτό το συμπέρασμα είναι πολλές. Για παράδειγμα, «μια αμερικανική μελέτη όπου μελετήθηκαν ασθενείς που πρώτα παραπέμφθηκαν για θεραπεία σε μια κλινική προεγχειρητικής αναιμίας (η οποία δημιουργήθηκε για τις ανάγκες της μελέτης) και κατόπιν υποβλήθηκαν σε αρθροπλαστική ισχίου και γόνατος, έδειξε ότι τα ποσοστά μετάγγισης αίματος ήταν αρκετά χαμηλότερα, συγκριτικά με τους ασθενείς που δεν είχαν προβεί σε διόρθωση της αναιμίας», σημειώνει ο Διευθυντής Ορθοπαιδικής Κλινικής και Διευθυντής του Τμήματος Αναίμακτης-Μη Μεταγγιστικής Ορθοπαιδικής Χειρουργικής του Ομίλου Ιατρικού Αθηνών – Κλινική ΠεριστερίουDr Δ. Τριανταφυλλόπουλος.

Σήμερα η ιατρική έχει τις γνώσεις και διαθέτει τα μέσα για την αντιμετώπισή της. Τα φάρμακα και τα συμπληρώματα διατροφής (σίδηρος, βιταμίνης Β12, φολικό οξύ, ερυθροποιητίνη κ.ά.), παράλληλα με την υιοθέτηση μιας ισορροπημένης διατροφής, μπορούν να ανεβάσουν τα επίπεδα της αιμοσφαιρίνης, του αιματοκρίτη, του σιδήρου και της φερριτίνης σε επίπεδα τέτοια που να μην χρειαστεί ο ασθενής να μεταγγιστεί. Εκτός όμως από τη βελτίωση των επιπέδων αυτών των δεικτών, υπάρχουν τρόποι μείωσης της πιθανότητας αιμορραγίας ώστε να μην χρειαστεί ο ασθενής να μεταγγιστεί. Προεγχειρητικά, πρέπει να αντιμετωπίζεται η πιθανή τάση του ασθενή για αιμορραγία. Φάρμακα που λαμβάνονται για διάφορες παθήσεις και είναι γνωστό ότι προκαλούν αιμορραγία (αντιαιμοπεταλιακά ή αντιπηκτικά όπως η ασπιρίνη, η ηπαρίνη, η βαρφαρίνη και η κλοπιδογρέλη) πρέπει να προσαρμόζονται ανάλογα.

Η διατήρηση της θερμοκρασίας του σώματος σε φυσιολογικά επίπεδα κατά τη διάρκεια του χειρουργείου είναι άλλος ένας τρόπος αποφυγής της απώλειας αίματος, καθώς η υποθερμία αποτελεί παράγοντα αύξησης της αιμορραγίας. Σε ορισμένους ασθενείς επιτρέπεται να μειωθεί και η αρτηριακή πίεση, ώστε να μειωθεί η απώλεια του αίματος. Η επιλογή της αναισθησίας γίνεται με γνώμονα την εξοικονόμησή του, καθώς η επισκληρίδια αλλά και η τοπική μειώνει την ανάγκη για μεταγγίσεις και τα ποσοστά επιπλοκών (π.χ. θρομβοεμβολικά επεισόδια, έμφραγμα του μυοκαρδίου, και νεφρική δυσλειτουργία).

Προληπτικά μπορεί να γίνει και λήψη αίματος του ίδιου του ασθενή λίγες ημέρες πριν από την επέμβαση. Αυτή είναι μια επιλογή τόσο για εκείνους που έχουν σπάνιους τύπους αίματος, όσο και για όσους δεν επιθυμούν να μεταγγιστούν.

Επίσης, για τον περιορισμό της αιμορραγίας χρησιμοποιούνται αιμοστατικά υλικά, όπως ειδικοί σπόγγοι και κλπ. «Από τους κυριότερους όμως παράγοντες για τον περιορισμό της απώλειας του αίματος είναι η επιλογή των κατάλληλων χειρουργικών τεχνικών. Οι ολικές αρθροπλαστικές ελάχιστης επεμβατικότητας, όπως ηAMIS για το ισχίο, που έχουν καθιερωθεί τις τελευταίες δεκαετίες έχουν αποδείξει την αποτελεσματικότητά τους σε αυτό το θέμα, αλλά και την υπεροχή τους σε σχέση με τις ανοιχτές μεθόδους. Η προσέγγιση της άρθρωσης γίνεται με μικρότερες τομές, χωρίς να κόβονται μύες οπότε και η απώλεια του αίματος είναι η ελάχιστη. Ωστόσο, ακόμα κι αν προκύψει μικρή απώλεια αίματος διεγχειρητικά, οι ειδικευμένοι στην αναίμακτη – μη μεταγγιστική αρθροπλαστική χειρουργοί έχουν και άλλους τρόπους να αποφύγουν την αλλογενή μετάγγιση. Συλλέγουν το αίμα που χάνεται, το υποβάλλουν σε επεξεργασία και το χορηγούν εκ νέου στον ασθενή. Με αυτόν τον τρόπο προφυλάσσεται ο ασθενής από τις όποιες παρενέργειες μπορεί να προκύψουν όταν λάβει το αίμα άλλου ανθρώπου», καταλήγει ο Dr Δημήτρης Τριανταφυλλόπουλος.

Related posts