Μεταμόσχευση μηνίσκου και χόνδρου – Βιολογική αποκατάσταση

Ο χρυσός κανόνας σήμερα για την αντιμετώπιση της μερικής ή ολικής ρήξης του μηνίσκου είναι η αντικατάστασή του με ένα αλλομόσχευμα, δηλαδή με έναν νέο μηνίσκο (ολόκληρο η τμήμα) από δότη.

Παλαιότερα, που αγνοείτο η ζωτική σημασία των μηνίσκων για τη φυσιολογική λειτουργία του γόνατος και θεωρούνταν απλώς αμελητέες λειτουργικές δομές, η καθιερωμένη επεμβατική θεραπεία ήταν η εκτομή τους.

Ωστόσο, τόσο η ολική μηνισκεκτομή και όσο και η μετέπειτα πρακτική της μερικής αφαίρεσής του διαπιστώθηκε ότι έχει καταστροφικές επιπτώσεις στην άρθρωση με την πάροδο του χρόνου και γι’ αυτό έχει πια σχεδόν εγκαταλειφθεί.

Κι αυτό διότι αυτοί οι ημισεληνοειδείς χόνδρινοι δίσκοι είναι τελικά καίριας σημασίας για την ισορροπία, την κατανομή των συμπιεστικών δυνάμεων κατά την κίνηση, τη λίπανση και τη σταθεροποίηση των αρθρώσεων.

Αφού έγινε γνωστή η συνδρομή τους στη φυσιολογική λειτουργία των γονάτων, διενεργήθηκαν πολλές μελέτες και καταβλήθηκαν προσπάθειες προκειμένου να εξελιχθούν οι θεραπευτικές επιλογές, ιδιαίτερα μετά από την ανακάλυψη των μακροχρόνιων συνεπειών της μηνισκεκτομής, οι οποίες υποχρεώνουν στη διατήρηση του μηνίσκου όταν είναι δυνατόν.

Τι μπορεί να προκαλέσει τη μερική ή ολική ρήξη μηνίσκου;

Αυτή η βλάβη μπορεί να προκύψει σε κάθε ηλικία, ανεξαρτήτου επαγγελματικής δραστηριότητας.

Άλλοτε συμβαίνει λόγω φθοράς του μηνίσκου, ως συνέπεια της γήρανσης ή της υπερχρήσης και άλλοτε λόγω τραυματισμού.

Το ποσοστό είναι υψηλότερο στους ανθρώπους άνω των 40 ετών, κυρίως στους άνδρες.

Συχνότερα πλήττεται δε ο έσω μηνίσκος συγκριτικά με τον έξω.

Η έντονη και συνεχής δραστηριότητα αποτελεί παράγοντα κινδύνου, με τις οξείες ρήξεις να απαντώνται περισσότερο κατά τη διάρκεια της άσκησης.

Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για τη μεταμόσχευση αλλομοσχεύματος;

Η μεταμόσχευση αλλομοσχεύματος είναι μια τεχνική διάσωσης του επώδυνου λόγω ρήξης μηνίσκου γόνατος με καλές κλινικές εκβάσεις, δεδομένου ότι ένα καλώς τοποθετημένο μόσχευμα έχει χονδροπροστατευτικό αποτέλεσμα, δύναται να κατανέμει το φορτίο και να απορροφά τους κραδασμούς στους οποίους υπόκειται η άρθρωση.

Βασική προϋπόθεση, όμως, είναι η εκτέλεση αυτής της πολύπλοκης επέμβασης να γίνεται από έμπειρους χειρουργούς, με κατάλληλη εκπαίδευση.

Η εγχείρηση διαρκεί περίπου 2 έως 2½ ώρες, εκτελείται υπό γενική αναισθησία και δεν απαιτεί συνήθως διανυκτέρευση στην κλινική.

Αν και υπάρχουν δυνητικοί κίνδυνοι όπως σε κάθε επέμβαση, αυτοί σε καμία περίπτωση δεν προέρχονται από το μόσχευμα.

Διότι αποκλείονται ως δότες όσοι εν ζωή ανήκουν σε κατηγορίες υψηλού κινδύνου, έχουν υποστεί συγκεκριμένες λοιμώξεις και είναι θετικοί σε βακτηρίδια, μύκητες και ιούς, όπως ο HPV και o HIV.

Έχει υπολογιστεί ότι η πιθανότητα χρήσης μολυσμένου μοσχεύματος είναι 1 στα 1,6 εκατομμύρια!

Μόνο κατόπιν διενέργειας αυτών των εξετάσεων συλλέγεται ο μηνίσκος, αποστειρώνεται και καταψύχεται μέχρι τη χρήση του.

Επιπλέον, δεν υπάρχει ανάγκη ταυτοποίησης των ιστών δότη-λήπτη, ούτε υπάρχει κίνδυνος απόρριψης του μοσχεύματος, επειδή δεν υπάρχουν ζωντανά κύτταρα στα οποία να επιτεθεί το ανοσοποιητικό σύστημα του λήπτη.

Το μόνο που απαιτείται είναι η ταύτιση του μεγέθους του.

Τι επιτυγχάνεται με την επέμβαση μεταμόσχευσης αλλομοσχεύματος;

Μετά την επέμβαση ο ασθενής έχει πια μεγαλύτερη επιφάνεια επαφής των χόνδρων του μηριαίου οστού και της κνήμης, αποκλείοντας την τριβή μεταξύ τους, μειώνοντας τον πόνο και βελτιώνοντας τη λειτουργικότητα της άρθρωσης.

Το σημαντικότερο, όμως, όλων είναι ότι απομακρύνει χρονικά την ανάγκη για ολική αντικατάσταση του γόνατος.

Υπολογίζεται ότι το ποσοστό των επιτυχημένων μεταμοσχεύσεων στην πενταετία ανέρχεται στο 85%, δίνοντας σ’ στους ασθενείς αρκετά χρόνια ανεξαρτησίας και καλής ποιότητας ζωής.

Ωστόσο, είναι σημαντικό η μεταμόσχευση να αποφασιστεί εγκαίρως, προτού η βλάβη στον αρθρικό χόνδρο τη καταστήσει αδύνατη ή θέσει σε κίνδυνο την καλή πρόγνωση του αποτελέσματος.

Άλλες προϋποθέσεις για την υποβολή σε μεταμόσχευση, πλην της απώλειάς του και των επακόλουθων συμπτωμάτων, είναι η νεαρή ηλικία, η ύπαρξη πρόωρων εκφυλιστικών αλλαγών στο γόνατο εξαιτίας της βλάβης και όχι προχωρημένου σταδίου αλλοιώσεις, η σταθερότητα και καλή ευθυγράμμιση της άρθρωσης και οποιαδήποτε βλάβη του αρθρικού χόνδρου να έχει μόνο μερικό πάχος.

Διότι, η μεταμόσχευση μηνίσκου δεν αντιστρέφει τη βλάβη του αρθρικού χόνδρου που υπάρχει ήδη στο γόνατο.

Όταν συνυπάρχει προχωρημένου σταδίου χόνδρινη βλάβη είναι απαραίτητη η χειρουργική αντιμετώπισή της με μεταμόσχευση χόνδρου.

Στις περιπτώσεις που η έκταση της αλλοίωσης είναι μικρή, ο χειρουργός λαμβάνει μόσχευμα από ένα μέρος της άρθρωσης που δεν φέρει βάρος και το προσαρμόζει στην κατεστραμμένη περιοχή.

Όταν η φθορά είναι εκτεταμένη και η λήψη αυτομοσχεύματος αδύνατη, επιλέγεται η εμφύτευση αλλομοσχεύματος, αφού προηγηθεί η ίδια διαδικασία με εκείνη που ακολουθείται για τον μηνίσκο προκειμένου να εξασφαλιστεί η αποφυγή λοιμώξεων.

Πλεονέκτημα του αλλομοσχεύματος είναι η μεγαλύτερη ακρίβεια στο σχήμα και το μέγεθός του, λόγω κοπής του από τον χειρουργό.

Φυσικά, η μεταμόσχευση χόνδρου μπορεί να γίνει ως ανεξάρτητη επέμβαση, όταν δηλαδή ο μηνίσκος είναι υγιής.

Γενικά, αυτή η μέθοδος αντιμετώπισης του πόνου και της δυσλειτουργίας που προκαλεί, είναι νέα, αλλά τα μέχρι σήμερα στοιχεία δείχνουν ότι είναι το μέλλον στην αποκατάσταση των φθαρμένων χόνδρων που δίνει τη δυνατότητα διατήρησης ενός υψηλού επιπέδου δραστηριότητας μετά από τη χειρουργική επέμβαση.

Μετεγχειρητικά, η αποκατάσταση χρειάζεται υπομονή και επιμονή.

Αρχικά, η βάδιση γίνεται με βοηθήματα (πατερίτσες) και κατόπιν απαιτούνται φυσικοθεραπείες, προκειμένου να επανέλθει πλήρως ο ασθενής.

Βιολογική αποκατάσταση

Τα τελευταία χρόνια υπάρχει αυξανόμενο ενδιαφέρον για τη χρήση ορθοβιολογικών παραγόντων, όπως πλάσματος αιμοπεταλίων (PRP) και μεσεγχυματικών βλαστοκυττάρων (MSCs), για την εκμετάλλευση των επουλωτικών επιδράσεών τους στον αρθρικό και μηνισκικό ιστό.

Πρόκειται για συντηρητικές μεθόδους αποκατάστασης των φθαρμένων χόνδρων, η χρήση των οποίων, όπως έχει καταδειχθεί από μελέτες, είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική στην ενίσχυση της ικανότητας του σώματος να επισκευάζει και να αναγεννά τον μυοσκελετικό ιστό, οπότε και να θεραπεύει τραυματισμούς που προκύπτουν τόσο στους χόνδρους όσο και στους μυς, τους τένοντες και τους συνδέσμους.

Τα επονομαζόμενα ορθοβιολογικά προϊόντα είναι αυτόλογα βιοϋλικά, δηλαδή ουσίες που βρίσκονται φυσικά στο σώμα.

Η χρήση τους έχει αναπτυχθεί για να καλύψει το κενό θεραπείας σε ασθενείς με εκφυλιστικές μηνισκικές ρήξεις, που δεν έχουν ανταποκριθεί στη συντηρητική αντιμετώπιση ούτε είναι όμως υποψήφιοι για αντικατάσταση του μηνίσκου.

Τα βασικά οφέλη των ασθενών που υποβάλλονται σε αυτές τις ορθοβιολογικές συντηρητικές θεραπείες είναι η ελαχιστοποίηση των επιπτώσεων του τραυματισμού ή της εκφυλιστικής νόσου και η ταχύτερη ανάκαμψη.

Πλούσιο σε αιμοπετάλια πλάσμα (PRP)

Το πλούσιο σε αιμοπετάλια πλάσμα είναι ένα αυτόλογο κλάσμα του αίματος με υψηλή συγκέντρωση αιμοπεταλίων.

Η δημοτικότητα της χρήσης του ως θεραπευτικής τεχνικής για τη διαχείριση των μυοσκελετικών τραυματισμών παρουσιάζει άνοδο, καθώς οι ενδείξεις για την αντιμετώπιση ορισμένων παθήσεων του γόνατος είναι ισχυρά θετικές.

Πρόκειται για μια απλή και συνήθως δίωρη θεραπεία, που δεν απαιτεί αναισθησία και έχει ελάχιστο χρόνο αποκατάστασης.

Μεσεγχυματικά βλαστοκύτταρα

Τα μεσεγχυματικά βλαστικά κύτταρα είναι ένα υποσύνολο βλαστοκυττάρων που απομονώνονται από τον μυελό των οστών, το περιόστεο, το δοκιδωτό οστό, τον λιπώδη ιστό ή τα νεογιλά δόντια.

Από όλα τα είδη των κυττάρων, αυτά έχουν τη μεγαλύτερη ικανότητα για την επίσπευση της επούλωσης.

Αιτία είναι ότι όταν μεταφέρονται στην τραυματισμένη περιοχή, μπορούν να αναπτυχθούν στο είδος των κυττάρων που χρειάζεται για να βοηθήσουν στη διόρθωση της βλάβης.

Οι κλινικές εφαρμογές τους στην αναγεννητική ιατρική αποτέλεσε τα τελευταία χρόνια αντικείμενο ερευνών, ακριβώς λόγω της ικανότητάς τους να συμμετέχουν σε διάφορες κυτταρικές διεργασίες.

Πλέον έχει τεκμηριωθεί η ευεργετική επίδραση της κυτταρικής αγωγής στη θεραπεία της ρήξης μηνίσκου.

Αποδεδειγμένα προσφέρει στους ασθενείς μια ελάχιστα επεμβατική επιλογή που δεν απαιτεί νοσηλεία και που επιτρέπει στον ασθενή να αποφύγει την μακρά αποκατάσταση που συνήθως ακολουθεί μια χειρουργική επέμβαση καθώς και τη μακροπρόθεσμη επίδρασή της στο γόνατο.